Οι φόλες δεν έχουν ταχυδρομικό κώδικα – Όταν το έγκλημα ενός ανθρώπου γίνεται κατηγορία για έναν ολόκληρο τόπο

Η δηλητηρίαση ενός ζώου είναι μια πράξη αποτρόπαιη.

Δεν χωράει «ναι μεν, αλλά».

Δεν υπάρχει δικαιολογία για εκείνον που αφήνει δηλητηριασμένη τροφή γνωρίζοντας ότι μπορεί να προκαλέσει έναν βασανιστικό θάνατο σε ένα σκυλί, μια γάτα ή οποιοδήποτε άλλο ζώο.

Και όταν υπάρχει συγκεκριμένη καταγγελία, όπως στην υπόθεση του Γκίζμο, αυτό που πρέπει να ζητά μια υγιής κοινωνία είναι ένα και μόνο:

Να βρεθεί η αλήθεια. Να εντοπιστεί ο υπεύθυνος. Και, εφόσον αποδειχθεί η πράξη του, να λογοδοτήσει.

Από εκεί όμως μέχρι να μετατραπεί η πράξη ενός ανθρώπου –ή ακόμη και περισσότερων ανθρώπων– σε κατηγορία εναντίον μιας ολόκληρης πόλης, ενός χωριού ή ενός νομού, υπάρχει τεράστια απόσταση.

Και αυτή την απόσταση δεν πρέπει να τη διανύσουμε.

Οι φόλες δεν είναι «προνόμιο» της επαρχίας

Τις τελευταίες ημέρες ακούστηκαν και γράφτηκαν απόψεις που περίπου καταλήγουν στο εξής:

«Αυτά συμβαίνουν στην επαρχία».

«Έτσι αντιμετωπίζουν εκεί τα ζώα».

«Μείνετε μακριά από αυτόν τον τόπο αν έχετε κατοικίδιο».

Όμως τα πραγματικά γεγονότα δεν επιβεβαιώνουν αυτή την εικόνα.

Δηλητηριάσεις, εγκαταλείψεις και κακοποιήσεις ζώων έχουν καταγραφεί σε ολόκληρη την Ελλάδα: σε χωριά, επαρχιακές πόλεις, νησιά, αλλά και μέσα στην Αθήνα και την Αττική.

Μόλις τον Μάρτιο του 2026, ο Δήμος Γαλατσίου εξέδωσε επίσημη προειδοποίηση μετά τον εντοπισμό δηλητηριασμένων δολωμάτων στην οδό Τεώ, επισημαίνοντας μάλιστα ότι αποτελούσαν κίνδυνο όχι μόνο για ζώα αλλά ακόμη και για μικρά παιδιά.

Στο Αττικό Άλσος, έναν πολυσύχναστο χώρο της Αθήνας, είχαν βρεθεί το 2020 τουλάχιστον οκτώ νεκρά σκυλιά, ενώ υπήρχαν αναφορές και για άλλα ζώα που αγνοούνταν.

Στο Παγκράτι και στον Άγιο Αρτέμιο είχαν καταγραφεί σε μία μόλις εβδομάδα 24 νεκρές γάτες, ενώ έχουν υπάρξει και περιστατικά με δηλητηριασμένα ζώα στο Άλσος Παγκρατίου.

Στο Μαρκόπουλο Αττικής είχε δημοσιοποιηθεί υπόθεση με περισσότερες από 15 νεκρές γάτες.

Και έξω από την Αττική τα περιστατικά είναι επίσης πολλά. Η ίδια η Πολιτεία έχει θεσπίσει ειδικό πλαίσιο και διαδικασίες για την αντιμετώπιση της παράνομης χρήσης δηλητηριασμένων δολωμάτων, ακριβώς επειδή πρόκειται για υπαρκτό και ευρύτερο πρόβλημα.

Το 2025, μάλιστα, σε περιστατικό μαζικής δηλητηρίασης άγριας πανίδας στο Δέλτα του Έβρου εντοπίστηκαν συνολικά 48 νεκρά ζώα, σύμφωνα με τον ΟΦΥΠΕΚΑ.

Άρα ας είμαστε ξεκάθαροι:

Οι φόλες δεν έχουν ταχυδρομικό κώδικα.

Δεν υπάρχει κάποια νοητή γραμμή μετά την οποία ο άνθρωπος γίνεται περισσότερο ή λιγότερο φιλόζωος.

Δεν φταίει ο τόπος – Φταίει ο δράστης

Ένας άνθρωπος που δηλητηριάζει ένα ζώο δεν το κάνει επειδή μένει στα Κρέστενα, στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στο Αγρίνιο ή σε κάποιο μικρό χωριό.

Το κάνει επειδή ο ίδιος επέλεξε να πραγματοποιήσει μια εγκληματική και βάναυση πράξη.

Αυτή είναι η ατομική του ευθύνη.

Δεν χρειάζεται ούτε μπορούμε να του αποδώσουμε από απόσταση κάποια ψυχιατρική διάγνωση.

Χρειάζεται να αποδοθεί εκεί που πρέπει η ευθύνη:

στον συγκεκριμένο άνθρωπο που έκανε την πράξη.

Γιατί διαφορετικά φτάνουμε σε έναν εξαιρετικά επικίνδυνο συλλογισμό.

Αν ένας άνθρωπος στην Αθήνα σκοτώσει ένα ζώο, φταίνε οι Αθηναίοι;

Αν κάποιος στο Γαλάτσι ρίξει φόλες, πρέπει να λέμε στον κόσμο να μην επισκέπτεται το Γαλάτσι;

Αν κάποιος εγκαταλείψει κουτάβια στην Κρήτη, χαρακτηρίζονται όλοι οι Κρητικοί;

Προφανώς όχι.

Γιατί λοιπόν να ισχύσει κάτι διαφορετικό για τα Κρέστενα;

«Μα κανείς δεν είδε τίποτα;»

Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα.

Και είναι απολύτως λογικό να το κάνει ένας άνθρωπος που έχασε το ζώο του:

«Δεν είδε κανείς τίποτα; Δεν άκουσε κανείς; Δεν υποψιάζεται κανείς κάποιον;»

Η απάντηση είναι ότι δεν γνωρίζουμε.

Και ακριβώς επειδή δεν γνωρίζουμε, δεν έχουμε δικαίωμα να μετατρέψουμε την απορία σε βεβαιότητα και να πούμε:

«Όλοι ξέρουν και όλοι σιωπούν».

Μπορεί κάποιος να είδε κάτι και να μην κατάλαβε τη σημασία του.

Μπορεί κάποιος να πέρασε από το σημείο χωρίς να προσέξει.

Μπορεί πράγματι κάποιος να γνωρίζει και να φοβάται να μιλήσει.

Και μπορεί φυσικά να μην υπήρξε κανένας αυτόπτης μάρτυρας.

Όλα αυτά είναι πιθανά.

Μόνο ένα πράγμα δεν είναι δεδομένο χωρίς στοιχεία: ότι μια ολόκληρη κοινωνία γνωρίζει τον δράστη και τον καλύπτει.

Και τι γίνεται με τις κάμερες;

Ακούστηκε επίσης επανειλημμένα το ερώτημα:

«Είναι δυνατόν να μην υπάρχει ούτε μία κάμερα;»

Και εδώ η πραγματικότητα είναι λίγο πιο σύνθετη.

Το ότι ένα σπίτι διαθέτει κάμερα δεν σημαίνει ότι η κάμερα επιτρέπεται ή είναι ρυθμισμένη να παρακολουθεί ολόκληρο τον δρόμο.

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα αναφέρει ότι, κατά κανόνα, κάμερα ιδιωτικής κατοικίας δεν επιτρέπεται να λαμβάνει εικόνα από δημόσιο δρόμο, πεζοδρόμιο ή γειτονικές ιδιοκτησίες. Υπάρχουν ειδικές, περιορισμένες εξαιρέσεις, αλλά ο γενικός κανόνας είναι σαφής.

Επομένως μπορεί κάλλιστα να υπάρχουν κάμερες σε μια περιοχή και καμία από αυτές να μην καλύπτει νόμιμα το σημείο του δρόμου που μας ενδιαφέρει.

Μπορεί επίσης μια κάμερα να κοιτάζει αποκλειστικά μια αυλή, μια είσοδο ή ένα γκαράζ.

Υπάρχει βέβαια και μια άλλη πιθανότητα που δεν πρέπει να αγνοούμε: κάποιος ενδέχεται να διαθέτει σύστημα το οποίο καταγράφει μεγαλύτερο τμήμα δημόσιου χώρου απ’ όσο επιτρέπεται. Σε μια τέτοια περίπτωση είναι εύλογο να σκεφτούμε ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να διστάζει να εμφανιστεί, φοβούμενος ότι θα τεθεί και το δικό του σύστημα υπό έλεγχο.

Αυτό όμως είναι μία πιθανή εξήγηση, όχι γεγονός και ασφαλώς όχι απόδειξη ότι υπάρχει βίντεο που κάποιος κρύβει.

Και εδώ χρειάζεται άλλη μία σημαντική διευκρίνιση:

Δεν είναι σωστό να λέμε ότι όποιος έχει μια μη σύννομη κάμερα και παραδώσει υλικό στην Αστυνομία «θα μπλέξει οπωσδήποτε».

Το ζήτημα της νομιμότητας της εγκατάστασης και το ζήτημα της αξιοποίησης ενός πιθανού αποδεικτικού στοιχείου είναι νομικά θέματα που κρίνονται ανά περίπτωση.

Η ίδια η Οδηγία της Αρχής Προστασίας Δεδομένων προβλέπει διαβίβαση υλικού βιντεοεπιτήρησης προς δικαστικές, εισαγγελικές και αστυνομικές αρχές σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και όταν αυτό ζητείται νομίμως.

Γι’ αυτό η έκκληση πρέπει να είναι απλή:

Αν κάποιος έχει οποιοδήποτε υλικό που πιστεύει ότι μπορεί να βοηθήσει, ας μην το ανεβάσει στο Facebook. Ας το διατηρήσει και ας απευθυνθεί στην Αστυνομία.

Ας αποφασίσουν οι αρμόδιοι τι είναι χρήσιμο και τι όχι.

Η απουσία βίντεο δεν αποδεικνύει συνενοχή

Αυτό πρέπει να γίνει απολύτως κατανοητό.

Το επιχείρημα:

«Δεν εμφανίστηκε βίντεο, άρα όλοι ξέρουν και καλύπτουν κάποιον»

δεν στέκει.

Η απουσία βίντεο αποδεικνύει μόνο ότι μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχει παρουσιαστεί δημόσια κάποιο βίντεο.

Τίποτε περισσότερο.

Δεν γνωρίζουμε αν υπάρχουν κάμερες.

Δεν γνωρίζουμε πού κοιτάζουν.

Δεν γνωρίζουμε αν καταγράφουν.

Δεν γνωρίζουμε πόσο διάστημα διατηρούν το υλικό τους.

Δεν γνωρίζουμε αν κάποια κατέγραψε έναν άνθρωπο που απλώς περνούσε.

Και δεν γνωρίζουμε αν υπάρχει υλικό που έχει ήδη τεθεί υπόψη των αρχών χωρίς να έχει δημοσιοποιηθεί.

Η έρευνα χρειάζεται στοιχεία, όχι συμπεράσματα που προηγούνται των στοιχείων.

Τα άλλα περιστατικά στα Κρέστενα πρέπει να διερευνηθούν

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αγνοηθεί κάτι άλλο που αναφέρθηκε στα σχόλια.

Υπήρξαν καταγγελίες για προηγούμενες δηλητηριάσεις σκύλων και γατών στην περιοχή.

Αν υπάρχουν συγκεκριμένα περιστατικά, πρέπει να καταγραφούν:

Πότε συνέβησαν;

Σε ποιο σημείο;

Υπήρξε κτηνιατρική γνωμάτευση;

Έγινε καταγγελία;

Υπήρξε μήνυση;

Βρέθηκε δηλητηριασμένο δόλωμα;

Υπάρχουν μάρτυρες;

Υπάρχει κάποια επαναλαμβανόμενη μέθοδος;

Αυτές οι πληροφορίες έχουν πραγματική αξία.

Και, αν προκύψει ότι υπάρχει επαναλαμβανόμενο μοτίβο, τότε ασφαλώς πρέπει να εξεταστεί σοβαρά από τις αρμόδιες αρχές.

Αλλά άλλο πράγμα είναι να πούμε:

«Υπάρχουν καταγγελίες για περισσότερα περιστατικά και πρέπει να διερευνηθούν»

και εντελώς διαφορετικό:

«Οι κάτοικοι των Κρεστένων είναι όλοι συνένοχοι γιατί όλοι γνωρίζουν».

Το πρώτο είναι απαίτηση για έρευνα.

Το δεύτερο είναι συλλογική καταδίκη.

«Να φύγει ο κόσμος από την περιοχή για να μάθουν»

Ακούστηκε ακόμη και η άποψη ότι πρέπει «να πάρει η μπάλα όλη την περιοχή», ώστε ο κόσμος να φοβηθεί να επισκέπτεται τα Κρέστενα και έτσι οι κάτοικοι «να μάθουν».

Εδώ διαφωνούμε κάθετα.

Ποιον ακριβώς τιμωρούμε έτσι;

Τον άνθρωπο που μπορεί να έριξε τη φόλα;

Ή τον επαγγελματία που δεν γνωρίζει τίποτε;

Τον άνθρωπο που φροντίζει δέκα αδέσποτες γάτες με δικά του χρήματα;

Την οικογένεια που έχει τον σκύλο της μέσα στο σπίτι σαν μέλος της;

Τον εθελοντή που βρίσκει τραυματισμένο ζώο και το μεταφέρει στον κτηνίατρο;

Τον κάτοικο που αφήνει κάθε καλοκαίρι νερό έξω από την πόρτα του για τα αδέσποτα;

Τι σχέση έχουν όλοι αυτοί με τον άνθρωπο που μπορεί να δηλητηρίασε τον Γκίζμο;

Καμία.

Η συλλογική τιμωρία δεν είναι δικαιοσύνη.

Οι μικρές κοινωνίες έχουν και ένα παράδοξο

Λέγεται συχνά ότι «σε ένα μικρό μέρος όλοι τα ξέρουν όλα».

Μέχρι ενός σημείου αυτό είναι αλήθεια: οι άνθρωποι γνωρίζονται περισσότερο και μια πληροφορία κυκλοφορεί γρηγορότερα.

Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά.

Ακριβώς επειδή μια μικρή κοινωνία είναι μικρή, ένα περιστατικό ακούγεται πολύ περισσότερο.

Στην Αθήνα των εκατομμυρίων κατοίκων μπορεί να βρεθούν φόλες σε μια γειτονιά και ένας κάτοικος δέκα χιλιόμετρα μακριά να μην το μάθει ποτέ.

Σε μια μικρή πόλη, ένα περιστατικό μπορεί μέσα σε ώρες να συζητείται παντού.

Αυτό δημιουργεί εύκολα την ψευδαίσθηση ότι το φαινόμενο είναι συχνότερο εκεί.

Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι.

Υπάρχει όμως ευθύνη – και είναι πραγματική

Όλα τα παραπάνω δεν γράφονται για να αθωώσουν κανέναν.

Το αντίθετο.

Αν κάποιος γνωρίζει κάτι συγκεκριμένο, πρέπει να μιλήσει.

Αν είδε άνθρωπο να κινείται ύποπτα, ας το πει.

Αν άκουσε κάτι, ας το αναφέρει.

Αν γνωρίζει προηγούμενο περιστατικό, ας δώσει τα στοιχεία.

Αν έχει βίντεο, ας το διατηρήσει και ας επικοινωνήσει με τις αρμόδιες αρχές.

Αν έχει μια υποψία που βασίζεται σε συγκεκριμένα περιστατικά και όχι απλώς σε φήμες, ας την καταθέσει στην Αστυνομία.

Δεν είναι δουλειά του πολίτη να λύσει μόνος του την υπόθεση.

Μπορεί όμως να δώσει το μικρό κομμάτι που λείπει από το παζλ.

Ο Γκίζμο χρειάζεται δικαιοσύνη, όχι έναν ένοχο τόπο

Ο πόνος μιας οικογένειας που χάνει με αυτόν τον τρόπο το ζώο της είναι αληθινός.

Και δεν πρέπει να τον υποτιμήσει κανείς.

Ο Γκίζμο δεν ήταν «απλώς ένας σκύλος» για τους ανθρώπους του.

Ήταν οικογένεια.

Και η οικογένειά του έχει κάθε δικαίωμα να ζητά απαντήσεις.

Έχει κάθε δικαίωμα να ζητά από όποιον γνωρίζει κάτι να μιλήσει.

Έχει κάθε δικαίωμα να απαιτεί να ερευνηθεί η υπόθεση μέχρι τέλους.

Αλλά η δικαιοσύνη για τον Γκίζμο δεν θα έρθει αν καταδικαστούν στα κοινωνικά δίκτυα χιλιάδες άνθρωποι που δεν γνωρίζουμε καν αν έχουν οποιαδήποτε σχέση με το περιστατικό.

Θα έρθει αν βρεθούν στοιχεία.

Αν μιλήσουν μάρτυρες.

Αν εξεταστούν κάμερες όπου υπάρχουν.

Αν διερευνηθούν προηγούμενα περιστατικά.

Αν οι αρχές κάνουν τη δουλειά τους.

Και τελικά, αν βρεθεί εκείνος που το έκανε.

Μια κοινωνία δεν κρίνεται από τον χειρότερό της άνθρωπο

Αν αρχίσουμε να χαρακτηρίζουμε ολόκληρες κοινωνίες από την εγκληματική πράξη ενός κατοίκου τους, τότε δεν θα μείνει πόλη, χωριό ή γειτονιά στην Ελλάδα που να μην μπορεί να στοχοποιηθεί.

Οι φόλες υπάρχουν στην Αθήνα.

Υπάρχουν στην Αττική.

Υπάρχουν στη Βόρεια Ελλάδα.

Υπάρχουν στην Πελοπόννησο.

Υπάρχουν στα νησιά.

Υπάρχουν δυστυχώς παντού.

Το γεγονός αυτό δεν δικαιολογεί ούτε μία φόλα.

Αποδεικνύει όμως κάτι πολύ σημαντικό:

Το πρόβλημα δεν είναι γεωγραφικό.

Το πρόβλημα βρίσκεται στους συγκεκριμένους ανθρώπους που επιλέγουν να βασανίσουν, να δηλητηριάσουν, να εγκαταλείψουν ή να κακοποιήσουν ένα ζώο.

Αυτούς πρέπει να απομονώσει μια κοινωνία.

Αυτούς πρέπει να εντοπίσουν οι αρχές.

Αυτούς πρέπει να καταδικάσουμε.

Όχι τον ταχυδρομικό κώδικα στον οποίο έτυχε να ζουν.

Και ίσως τελικά αυτός να είναι ο καλύτερος τρόπος να τιμήσουμε και τη μνήμη του Γκίζμο:

όχι ψάχνοντας έναν ολόκληρο τόπο για να κατηγορήσουμε, αλλά έναν συγκεκριμένο δράστη για να λογοδοτήσει.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή

Εφημερεύον Φαρμακείο Κρέστενας

Δείτε ποιο φαρμακείο εφημερεύει σήμερα στην Κρέστενα.