Αποκαλόκαιρο: Τότε που η γη γέμιζε το κελάρι του χειμώνα

Σύκα, σταφύλια, φρούτα, ελιές και καρποί της εξοχής δεν πήγαιναν χαμένοι – Οι παλιοί ήξεραν να κρατούν το καλοκαίρι μέσα σε ένα βάζο, ένα σακούλι ή ένα κελάρι για τις δύσκολες ημέρες του χειμώνα
Υπήρχε κάποτε μια εποχή του χρόνου που οι παλιοί την έλεγαν απλά «αποκαλόκαιρο».
Ήταν εκείνες οι μέρες που το μεγάλο κάψιμο του καλοκαιριού άρχιζε σιγά σιγά να υποχωρεί, αλλά η γη εξακολουθούσε να είναι γεμάτη καρπούς.
Και τότε κανείς δεν καθόταν να τους κοιτάζει.
Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας δεν είχαν ψυγεία γεμάτα τρόφιμα όλο τον χρόνο, μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων, καταψύκτες, έτοιμες κονσέρβες και τη δυνατότητα να αγοράσουν τον Γενάρη σχεδόν ό,τι αγοράζουν και τον Αύγουστο.
Είχαν όμως κάτι άλλο.
Γνώση.
Γνώριζαν πότε ωριμάζει κάθε καρπός, πότε πρέπει να μαζευτεί, πώς θα διατηρηθεί και πώς τίποτα από όσα πρόσφερε η γη δεν έπρεπε να πάει χαμένο.
Το καλοκαίρι τελείωνε, η δουλειά όμως μόλις άρχιζε
Αυτή την εποχή τα σπίτια και τα χωράφια γέμιζαν δουλειές.
Μάζευαν τα γεννήματα της γης τους. Φρούτα, σύκα, σταφύλια, λαχανικά, καρπούς από δέντρα αλλά και ό,τι μπορούσε να προσφέρει η εξοχή.
Άλλα τα κατανάλωναν φρέσκα.
Άλλα τα αποξήραιναν στον ήλιο.
Άλλα τα πάστωναν.
Άλλα γίνονταν γλυκό του κουταλιού, μαρμελάδα, πετιμέζι ή ποτό.
Και όσα μπορούσαν να διατηρηθούν έμπαιναν με φροντίδα στο σπίτι για τον χειμώνα.
Δεν υπήρχε η σημερινή έννοια της «σπατάλης τροφίμων».
Ένα ώριμο φρούτο δεν ήταν κάτι που απλώς έπεφτε κάτω από το δέντρο.
Ήταν τροφή.
Ήταν κόπος.
Και πολλές φορές ήταν ένα μικρό κομμάτι της ασφάλειας μιας οικογένειας για τους μήνες που θα ακολουθούσαν.
Όταν το κελάρι ήταν ο «καταψύκτης» της οικογένειας
Τα παλιά σπίτια είχαν τις δικές τους αποθήκες ζωής.
Σακούλια, δοχεία, πιθάρια, βάζα, καλάθια και ράφια.
Το κελάρι δεν ήταν απλώς ένας βοηθητικός χώρος. Ήταν ένα μικρό απόθεμα για τον χειμώνα.
Εκεί φυλασσόταν μεγάλο μέρος της καλοκαιρινής παραγωγής.
Και κάθε βάζο είχε πίσω του μια ιστορία.
Κάποιος είχε μαζέψει τον καρπό.
Κάποιος τον είχε καθαρίσει.
Κάποιος είχε ανάψει τη φωτιά.
Κάποιος είχε σταθεί για ώρες πάνω από μια κατσαρόλα.
Κάποιος είχε απλώσει τους καρπούς στον ήλιο και κάθε βράδυ τους προστάτευε από την υγρασία.
Τίποτα δεν γινόταν μόνο του.
Αλλά αργότερα, μέσα στον χειμώνα, εκείνος ο κόπος επέστρεφε ως γεύση και ως μικρή πολυτέλεια.
«Ξέρεις τι είναι τσαπέλα;»
Πόσες από αυτές τις λέξεις που ήταν κάποτε μέρος της καθημερινότητας εξακολουθούν να είναι γνωστές στις νεότερες γενιές;
Αν ρωτήσεις σήμερα ένα νέο παιδί:
«Ξέρεις τι είναι τσαπέλα;»
δεν είναι καθόλου απίθανο να σε κοιτάξει απορημένο.
Και το θέμα δεν είναι να κατηγορήσουμε τους νεότερους.
Οι συνθήκες ζωής άλλαξαν.
Ο χρόνος λιγόστεψε, οι οικογένειες απομακρύνθηκαν από τη γη και πολλές γνώσεις που κάποτε περνούσαν φυσικά από τη γιαγιά στη μάνα και από τον πατέρα στον γιο σταμάτησαν κάπου στη διαδρομή.
Κι όταν μια γνώση πάψει να χρησιμοποιείται, μέσα σε μία ή δύο γενιές κινδυνεύει να χαθεί.
Δέντρα γεμάτα καρπούς που κανείς δεν μαζεύει
Το παράδοξο είναι ότι η φύση εξακολουθεί να παράγει.
Όποιος ταξιδεύει στα χωριά μας το βλέπει συχνά.
Συκιές γεμάτες σύκα.
Αχλαδιές.
Κορομηλιές.
Δαμασκηνιές.
Εσπεριδοειδή.
Ελιές.
Δέντρα φορτωμένα με καρπούς που πολλές φορές δεν μαζεύονται ποτέ.
Οι καρποί ωριμάζουν, πέφτουν και τελικά σαπίζουν στο χώμα.
Άλλους τους τρώνε τα πουλιά και οι σφήκες.
Και λίγο πιο έξω από τα χωράφια υπάρχουν ακόμη βατομουριές και άλλοι άγριοι καρποί που οι παλιότεροι γνώριζαν πότε και πώς να συλλέγουν.
Κάποτε όλα αυτά θεωρούνταν πλούτος.
Σήμερα πολλές φορές περνάμε από δίπλα τους χωρίς καν να τα προσέξουμε.
Κι όμως, αυτή η γνώση γίνεται ξανά επίκαιρη
Ίσως για πολλά χρόνια θεωρήσαμε αυτές τις ασχολίες ξεπερασμένες.
Σήμερα όμως, σε μια περίοδο που όλοι μιλάμε για ακρίβεια, εξοικονόμηση, μείωση της σπατάλης και επιστροφή σε πιο φυσικές τροφές, η γνώση των παλιών αποκτά ξανά ενδιαφέρον.
Δεν χρειάζεται κάποιος να επιστρέψει στον τρόπο ζωής του 1950.
Ούτε να παράγει μόνος του όλα όσα τρώει.
Μπορεί όμως να ξεκινήσει από κάτι πολύ μικρό.
Να μαζέψει τα σύκα από τη συκιά που μέχρι τώρα έπεφταν στο χώμα.
Να φτιάξει λίγα αποξηραμένα φρούτα.
Μερικά βάζα μαρμελάδα.
Ένα γλυκό του κουταλιού.
Να αξιοποιήσει τις ντομάτες που περίσσεψαν από τον κήπο.
Να μάθει στο παιδί του ότι το φαγητό δεν γεννιέται στο ράφι ενός καταστήματος.
Η γεύση που δεν αγοράζεται
Υπάρχει και κάτι ακόμη που δύσκολα περιγράφεται με αριθμούς.
Όποιος έχει ιδρώσει έστω και λίγο στο χωράφι και αργότερα πάνω από μια κατσαρόλα γνωρίζει ότι το αποτέλεσμα έχει διαφορετική αξία.
Όταν μέσα στον χειμώνα ανοίξει ένα βάζο που έφτιαξε τον Αύγουστο, δεν δοκιμάζει μόνο μια γεύση.
Θυμάται τη μέρα που μάζεψε τους καρπούς.
Τη μυρωδιά του καλοκαιριού.
Τον κόπο.
Το σπίτι.
Και όταν προσφέρει κάτι από αυτά σε έναν φίλο ή σε ένα παιδί, προσφέρει μαζί και μια μικρή ιστορία.
Αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο κέρδος.
Να μη χαθεί η αλυσίδα
Οι παλιότεροι που γνωρίζουν ακόμη αυτές τις πρακτικές αποτελούν μια ζωντανή βιβλιοθήκη.
Και αυτή η βιβλιοθήκη δεν θα υπάρχει για πάντα.
Γι’ αυτό αξίζει να τους ρωτήσουμε τώρα.
Πώς αποξήραινες τα σύκα;
Πώς κρατούσατε τις ντομάτες;
Τι κάνατε τα σταφύλια που περίσσευαν;
Τι μαζεύατε από την εξοχή;
Πώς αποθηκεύατε τα τρόφιμα χωρίς ψυγεία και καταψύκτες;
Αυτές οι απαντήσεις μπορεί να φαίνονται απλές.
Στην πραγματικότητα όμως αποτελούν κομμάτι της τοπικής μας ιστορίας.
Και ίσως αξίζει περισσότερο να καταγράψουμε σήμερα αυτή τη γνώση, παρά να προσπαθήσουμε να την ξαναβρούμε αύριο όταν θα έχει χαθεί.
Λίγος κόπος, μεγάλη αξία
Δεν χρειάζεται να κάνουμε όσα έκαναν οι παππούδες μας.
Αρκεί να μη θεωρήσουμε ότι όλα όσα γνώριζαν ήταν άχρηστα επειδή σήμερα έχουμε περισσότερες ανέσεις.
Μερικές φορές ένα καλάθι σύκα, λίγα βάζα στο ράφι ή ένα σακουλάκι αποξηραμένων καρπών μπορούν να μας θυμίσουν κάτι που η εποχή της αφθονίας μάς έκανε να ξεχάσουμε:
Η γη δίνει. Αλλά χρειάζεται κάποιον να σκύψει και να μαζέψει.
Και ίσως αυτό το αποκαλόκαιρο να είναι μια καλή ευκαιρία να το ξαναθυμηθούμε.
Λίγη διάθεση, λίγος κόπος και ύστερα μεγάλη χαρά – αλλά και μια γνώση που αξίζει να περάσει στους επόμενους.

